Παρασκευή, Μαΐου 31, 2013

Αίγυπτος…


 
 
Ο Λάδικος είχε προσγειωθεί στην Αίγυπτο, οι Γηραιοί Ιερείς του Όσιρι τον περίμεναν. Ήταν σίγουρα μικρότερος αλλά τα αξιώματά του ήταν μεγαλύτερα οπότε και οι Τιμές ήταν ανάλογες. Είχαν μαζευτεί γύρω του και το κοίταζαν λες και είχε πέσει από τον Ουρανό, σαν μελίσσι τον ρώταγαν χωρίς καμία σειρά.    


-         Καλώς μας ήρθες Μεγάλε Δάσκαλε, είθε οι Θεοί να σου δίνουν όλα τα καλά.
-         Καλώς σας βρήκα Φίλοι μου
-         Πως ήταν το ταξίδι σου Λευκέ Λύκε
-         Αποκαλυπτικό Δάσκαλε Ανεκατών
-         Πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήρθες για τελευταία φορά, πες μας πως ήταν χάθηκαν όλα;
-         Όλα, απάντησε.
-         Και οι εννέα δακτύλιοι;
-         Τα πάντα καλέ μου φίλε Όχο
-         Χωρίς έλεος όλα;
-         Όλη η Ήπειρος Δάσκαλε Χανάμωνα
-         Αρκετά με τους χαιρετισμούς αδέρφια μου, ο Λευκός είναι ταλαιπωρημένος, προτείνω να ξεκουραστεί και μετά να μας τα πει όλα.
Ξεκίνησαν για το σπίτι όπου και θα φιλοξενούταν, όσο περπατούσαν ο Λάδικος με την άκρη του ματιού του παρατήρησε ένα νέο άνδρα με πλούσια ξανθά μαλλιά και γαλάζιο χιτώνα.
-         Ποιος είναι ρώτησε σιγανά τον Ανεκατών
-         Είναι από την Ελλάδα τον λένε Τίμαιο, ήρθε για να μελετήσει τα Μυστήρια της Σάιδας.
Ο Λευκός γέλασε για πρώτη φορά δυνατά μετά από μέρες… - και τα πέρασε Δάσκαλε;
-         Όσο και να ακούγεται παράξενο πέρασε και τα τρία.
-         Πίστεψέ με Δάσκαλε Ανεκατών αυτή τη στιγμή δεν θέλω να ακούσω για τίποτα Ελληνικό, πόσο μάλλον να δω.
-         Να ξεκουραστείς φίλε μου και έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας να τα πούμε, δεν θα φύγεις γρήγορα;
-         Όχι Δάσκαλε δεν θα φύγω γρήγορα, μπορεί και καθόλου αυτή τη φορά.
-         Να τολμήσω να ρωτήσω κάτι;
-         Ρώτα με Δάσκαλε…
-         Χάθηκε και εκείνη;
-         Ναι Μεγάλε Δάσκαλε χάθηκε και εκείνη. Καθώς πετούσα πάνω από την Ήπειρο τα έβλεπα όλα πολύ καθαρά, μέσα σε μια στιγμή χάθηκαν όλα. Λες και δεν υπήρξε ποτέ, τίποτε.
Ο Ανεκατών κούνησε με πόνο το κεφάλι του και έπιασε το χέρι του Λευκού με συμπόνια,- δεν σου ζητώ να ξεχάσεις Λευκέ Λύκε ξέρω πως είναι ακατόρθωτο, ξεκουράσου και το βράδυ στο Μεγάλο Δείπνο θα τα πούμε όλα. Πρέπει να κάνουμε μια νέα Αρχή για να χαράξουμε την Πορεία της συνέχειας έτσι δεν είναι; Εδώ είσαι ασφαλής τώρα η Μεγάλη Ίσιδα και ο Μεγάλος Όσιρις θα σε έχουν υπό την προστασία τους. Εδώ θα μπορέσεις να περάσεις την Μεγάλη Γνώση χωρίς ίντριγκες και έχθρα, μην ξεχνάς πως μόνο εσύ σώθηκες και τίποτα δεν είναι τυχαίο.
-         Ρώτα με τι θα έδινα για να ζούσε Εκείνη
-         Νιώθω τον πόνο της απώλειας της Λάδικε μου τον πέρασες και μένα στην ψυχή μου, αρκεί να σε δει κάποιος και θα καταλάβει αμέσως.
-         Δεν άξιζε τέτοιο τέλος Δάσκαλε, σε κανέναν δεν άξιζε τέτοιο τέλος, τόση Γνώση, τόσο Φως, όλα χάθηκαν
-         Τίποτε δεν χάθηκε, τον διέκοψε, είσαι εσύ εδώ, θα μπορέσεις να  ξαναδώσεις τη Γνώση, είμαι σίγουρος για σένα. Άντε τώρα καλή ξεκούραση, έχουμε φροντίσει για όλα, δεν θα σου λείψει τίποτε.
Το μέρος όπου θα έμενε ήταν υπέροχο, όντως οι Ιερείς της Αιγύπτου είχαν φροντίσει για όλα. Ένας χώρος διακοσμημένος απόλυτα υπέροχο και απόλυτα Αιγυπτιακός. Οι μαρμάρινες κολώνες περιστοίχιζαν το σπίτι, ξυλόγλυπτες πόρτες με εικόνες από τη Δημιουργία των Θεών και τη Δημιουργία της Αιγύπτου. Ψηλά ταβάνια και φεγγίτες σε σχήμα Λ παντού επικρατούσε η μυρωδιά του σανταλόξυλου και μια ήρεμη μουσική από την μεριά της μεγάλης σάλας, που με την βοήθεια των αεραγωγών διαχεόταν σε όλο το σπίτι. Τα δωμάτια και το γυάλινο αίθριο ο ερωτικός παφλασμός των Νερών του Θεού Ποταμού άρχιζαν να του ανασύρουν μνήμες. Σκέφτηκε τι μπορεί να είχε κάνει για να αξίζει τέτοια προστασία – γιατί δεν έμεινα πίσω να βοηθήσω, μονολόγησε, γιατί δεν έμεινα μαζί της … τις σκέψεις του διέκοψε μια γυναίκα που ερχόταν από το βάθος του διαδρόμου. Όσο πλησίαζε τόσο ξεκαθάριζε η μορφή της και διέκρινε τα χαρακτηριστικά της. Μακριά καστανά μαλλιά, λιγνά χέρια και πόδια, στητό και όμορφο στήθος, επιδερμίδα από κεχριμπάρι, το σώμα της καλυπτόταν μόνο στα επίμαχα σημεία από λινό ύφασμα στο χρώμα του λυκίσκου τα μπράτσα της υπέροχα με περασμένες χρυσές βέργες που κούμπωναν με διαμάντια στο σχήμα του Ιερού Φιδιού των Ιδρυτών της Αιγύπτου. Οι αστράγαλοι της ήταν λεπτοί με δερμάτινα κορδόνια φορεμένοι που είχαν μικρά κουδουνάκια που ηχούσαν ανάλαφρα όσο περπατούσε. Το μεγάλο μέτωπό της κοσμούσε μια χρυσή κορδέλα και κατέληγε μπροστά στο τρίτο μάτι με το πετράδι της επικοινωνίας, που φωτιζόταν όποτε ήθελε να μιλήσει. Ήταν από την φυλή των διαισθητικών καθόλου άγνωστη σε αυτόν αφού ανήκε κατά το ήμισυ σε αυτή.
-         Καλώς όρισες Λευκέ Δάσκαλε, είμαι η Σεχμέτ αν το θελήσεις θα γίνω πιστή υπηρέτρια σου, είθε οι Θεοί να φωτίζουν την σκέψη σου όποτε θες να επικοινωνήσεις μαζί μου. Τι θα ήθελες να κάνεις τώρα;
-         Δεν ξέρω Σεχμέτ.
-         Δάσκαλε ο δρόμος του ταξιδιού ήταν μακρύς. Μπορεί να ήταν γρήγορο αλλά δύσκολο, θα χρειαστείς την γείωση του Νερού και της Τροφής. Ετοιμάσου και έλα στο αίθριο είναι υπέροχα απόψε η Σελήνη είναι γεμάτη όσο ποτέ μιας και περνάμε από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο.
Μέσα στο νερό έκλεισε τα μάτια του. Βράχοι άρχισαν να πέφτουν μπροστά του, νεκρά κορμιά από τους μικρούς Λευκούς μαθητές του, αίματα παντού και αυτή η μυρωδιά του καμένου, ο Σέλευκος ο πρώτος του Δάσκαλος άπλωνε τα ματωμένα χέρια του και του φώναζε – φύγε, φύγε πάρε και το Βιβλίο μαζί σου και φύγε…
-         Πώς να φύγω Δάσκαλε πώς να σε αφήσω ;
-         Φύγε Λάδικε, φύγε.
Στην άκρη του Ναού οι άλλοι Δάσκαλοι κείτονταν νεκροί Λύκοι, Γκρίζοι, Μαύροι, φίλοι, εχθροί, Μαθήτριες και Ιέρειες όλες με γδαρμένα σώματα και ρούχα καμένα. Οι Δύο μεγάλες Δασκάλες έβγαζαν μόνες τα μάτια τους για να μην βλέπουν τι γίνεται, μανάδες έγκυες ξέσκιζαν τις κοιλιές τους έβγαζαν τα έμβρυα από μέσα και τα σκότωναν για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών και καταλήξουν πειράματα στους δοκιμαστικούς σωλήνες του Μίνωα στην Κρήτια Γη, τα σκάφη των Αθηναίων και των συμμάχων έστελναν φωτιά και στάχτη. Ποτάμια, Λίμνες, Λιμνοθάλασσες στέγνωναν με το άγγιγμά τους, παιδιά φώναζαν ματωμένα αλλά το μαρτύριό τους έπαιρνε τέλος μόλις γίνονταν σκόνη.
Πετάχτηκε έντρομος, άλλος ένας εφιάλτης….


Η Σεχμέτ με ένα γλυκό χαμόγελο του έλεγε να ηρεμήσει, - επέτρεψέ μου να σε πλύνω εγώ Λευκέ, του είπε γλυκά, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσω το λόγο που έδωσα όταν εκπαιδεύτηκα. Μετά το Λουτρό τον σκούπισε προσεκτικά παντού, τον έντυσε με χρώματα προστασίας της αύρας, εκείνος είχε αφεθεί στα θεραπευτικά της χέρια μέχρι που του έπιασε το αριστερό χέρι, ένα κομμάτι ύφασμα ήταν δεμένο στον καρπό του μέχρι τον βραχίονα , ήταν ένα κομάτι χρώμα λιλά από το πέπλο της Κάλιας. – Δεν το χρειάζεσαι αυτό συνέχισε και έκανε την κίνηση να του το βγάλει.

-         Μη τολμήσεις ποτέ να το ξαναγγίξεις αυτό, το κατάλαβες; Θα μείνει πάντα στο χέρι μου, το καλό που σου θέλω Σεχμέτ πότε.

-         Όπως επιθυμείς Δάσκαλε ..

-         Είναι τα πάντα για μένα. Είναι ότι μου έχει από το παρελθόν, από το παρόν και από το μέλλον μου.

-         Εντάξει Δάσκαλε, πέρασε σε παρακαλώ τώρα στο Αίθριο.

Η γυάλινη οροφή διέχεε όλο το φως της Σελήνης στο χώρο και μικρά δαδιά πάνω στο τραπέζι έδιναν μια ήρεμη αύρα, είχε μπροστά του όλα τα καλά. Μεγάλες διάφανες πιατέλες γεμάτες με φρούτα εποχής, σύκα, σταφύλια, ρόδια, πεπόνια, καρπούζι, σε μια άλλη μικρά ψωμάκια φουρνισμένα γεμιστά με τυρί, αρνί ψημένο μέσα στη Γη και μια σάλτσα από λάδι, μέλι, κρασί και θυμάρι, για ποτό λυκίσκος, κρασί από την πατρίδα του και νερό.

-         Όλα είναι υπέροχα Σεχμέτ σε ευχαριστώ, αν δεν σε πειράζει θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος μου.

-         Πολύ καλά Δάσκαλε όπως επιθυμείς

-         Σε παρακαλώ μη με παρεξηγείς έχω ανάγκη να μείνω μόνος μου, εκτιμώ αφάνταστα τα όσα κάνεις αλλά θέλω χρόνο και χώρο να σκεφτώ, να ηρεμήσω, να στρατηγευτώ.

-         Δάσκαλε θα κάνω ακριβώς ότι μου ζητάς, έχω εκπαιδευτεί να λαμβάνω τη Σκέψη σου μόνο όταν είμαι κοντά σου χαμογέλασε και απομακρύνθηκε.

Εκείνος προσευχήθηκε στους Θεούς πήρε στα χέρια του ποτήρι με το κρασί και αφού έκανε σπονδή ρίχνοντας λίγο στο πάτωμα ήπιε τρεις γουλιές. Σήκωσε το κεφάλι του επάνω και είδε το φεγγάρι.

-         Πες μου Σελήνη τι θα κάνω τώρα; Χάιδευε το ύφασμα στο χέρι του, αγάπη μου υπόσχομαι πως τίποτα δεν θα πάει χαμένο, ούτε η θυσία σου ούτε εσύ η ίδια, ούτε η Γνώση, θα προσπαθήσω να ενώσω τα κομμάτια του Λαού μας.

Σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε προς το δωμάτιό του. Η αυγή τον βρήκε να διαλογίζεται στην Αυλική Όχθη του Θεού Ποταμού Νείλου, μόλις ο Ήλιος ανέβηκε στον Ουρανό βούτηξε γυμνός στα νερά του. Το κολύμπι τον αναζωογονούσε ακόμα και με το σώμα του Λευκού Λύκου πάντα έβρισκε γαλήνη μέσα στο Νερό. Βγήκε και ξάπλωσε στο χορτάρι, μπροστά του δέσποζαν χωρισμένες ανά τρεις και χτισμένες διαγώνια οι Ιερές Πυραμίδες.

Μια χρυσή για τον Θεό Ήλιο, μια από Σεληνήτη για την Θεά της Σελήνης, μια από χαλαζία για την Θεά της Γης, ακριβώς εκεί που τελείωνε η Πυραμίδα της Γης και διαγώνια πίσω της ήταν η Πυραμίδα από Λευκό μάρμαρο για τους Γιους του Θεού Ήλιου, δίπλα της μια από Λευκόχρυσο για τα Ιερατεία της χώρας, η έκτη Πυραμίδα ήταν από γυαλί για τα παλιά Ιερατεία, η έβδομη πυραμίδα ήταν από το ιερό κοίτασμα τον Όρμους το οποίο αφθονούσε στην Ποσειδωνία και εξαγόταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των Ηπείρων αυτή  ήταν προς τιμή του Δία, η Μαύρη Πυραμίδα όπως την έλεγαν ήταν χτισμένη από κασσίτερο και την είχαν αφιερώσει στους Θεούς του Κάτω Κόσμου, η ένατη και τελευταία Πυραμίδα ήταν από κόκκινο μάρμαρο και ήταν αφιερωμένη στους Θεούς Βασιλείς που θα έρθουν. Όλες το ίδιο, το ίδιο μήκος, όλες λείες τριακόσια μέτρα ύψος, από εργάτες της Σελήνης που ακόμα και από εκεί έβλεπες τις κορυφές του καθαρά να ξεχωρίζουν. Σηκώθηκε και ξαναβούτηξε στα νερά. Ο Όχος κατηφόριζε την πλαγιά και τον είδε.

-         Καλημέρα Λάδικε,  φώναξε, τι λες θα βγάλεις λέπια εκεί μέσα ή σε μάγεψε ο Θεός Ποταμός;

Ίδιος Θεός έβγαινε σιγά – σιγά από το νερό, έξι πόδια και μισό σε ύψος, κορμί σμιλεμένο από τον καλύτερο γλύπτη, όμορφη κόμη καστανή ανοιχτή λαμπύριζε κάτω από τον ήλιο, τα χέρια του στιβαρά και τα πόδια του δυνατά να διαγράφονται οι μύες του, κορμός και το στέρνο του σε τέλειες αναλογίες, φόρεσε τον λινό μανδύα του και ξάπλωσε.

-         Είναι όμορφη η πατρίδα σου Δάσκαλε, χαμογέλασε, όχι σα την δικιά μου αλλά όμορφη.

-         Λάδικε να σε ρωτήσω κάτι που με βασανίζει από χτες,  υπάρχει περίπτωση να ξαναγυρίσει το κορμί σου στου Λύκου;

-         Όχι Δάσκαλε, πήρα βαρύ όρκο το βράδυ που ξαναντύθηκα άνθρωπος, αλλά δεν γινόταν αλλιώς.

-         Μπορείς να μου πεις τι έγινε ή είναι ακόμα νωπό για σένα; Δεν θα σου κρυφτώ αλλά έχω την εντύπωση πως προδοθήκατε από μέσα.

-         Θα σου πω Δάσκαλε Όχο, ήταν το βράδυ που έγινε η πρώτη επιδρομή, ήμουν στο Συμβούλιο των Πρώτων Διδασκάλων ενώ στην Πόλη είχαν γιορτή στο Ιερό του Απόλλωνα και Συμπόσιο μετά. Ήθελα να τελειώνουμε γρήγορα γιατί κάτι με έτρωγε, είχα την ίδια αίσθηση πως είχαμε προδοθεί, αισθανόμουν πως ο πόλεμος πλησίαζε το πότε δεν ήξερα. Η Αρχιέρεια μετά από υπόδειξή μου μάζευε κυρίως παιδιά και γυναίκες και με τα αστρόπλοια τα έστελνε στο Σείριο ή στην Ανδρομέδα. Επιστήμονες έφευγαν υποτίθεται για διδασκαλίες σε άλλα μέρη και με άψογο τρόπο καλύπταμε τα ίχνη τους μετά… η φωνή του έσπασε

-         Θες να σταματήσεις Λάδικε;

-         Όχι είμαι εντάξει, εξ άλλου πρέπει να τα αντιμετωπίσω κάποια στιγμή, τι τώρα τι αύριο, ο πόνος είναι ο ίδιος. Τον τελευταίο καιρό γνωρίσαμε απίστευτη άνθιση σε όλα. Επιστήμες, γράμματα, ιατρική, γενετική, τεχνολογία, όλα ήταν άριστα. Εκεί πια άρχισε το μαρτύριο της Υπέρτατης Φυλής, αντί να προοδεύσουμε αρχίσαμε να καγχάζουμε και να προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι είμαστε ο υπέρτατος Λαός τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση…. Έπεσε  στην αγκαλιά του φίλου του Δάσκαλου και ξέσπασε σε λυγμούς..

-         Κλάψε καλό μου παιδί, κλάψε, ο θρήνος αυτός θα σου κάνει καλό..

-         Δάσκαλε πρέπει να μάθει η ανθρωπότητα πως και γιατί χάθηκε η Ατλαντίδα, όχι με ψέματα και ραδιουργίες..

-         Θα μάθει Λάδικε, κανείς δεν θα μπορεί να το κρύψει, ίσως γίνει για λίγο αλλά στο τέλος όλα θα μαθευτούν, μοιραία θα γίνει, πες μου εκείνη;

-         Εκείνη χάθηκε Δάσκαλε μαζί με τον Δακτύλιο, έμεινε μέχρι το τέλος, βλέπεις ήταν πιο γενναία από μένα, δεν δείλιασε όπως εγώ δεν τα κανόνισε όπως εγώ.

-         Καλά- καλά, πες μου για τον πόλεμο τον πόλεμο, εμείς εδώ τον νιώσαμε σαν σεισμό από την Βόρια ως την Νότια πλευρά κουνηθήκαμε αρκετά.

-         Τα πρώτα στρατεύματα των Αθηναίων αποβιβάστηκαν στον Δεύτερο Δακτύλιο τον Εμπορικό, δεν έκαναν επιδρομή αμέσως ήταν πολύ φιλικοί με όλους τους ανθρώπους. Εδώ και μέρες ο αέρας εκεί μύριζε περίεργα και με τη βοήθεια του ανέμου μεταφερόταν και στους υπόλοιπους.

-         Θες να πεις πως;

-         Ναι αυτό που καταλαβαίνεις Δάσκαλε, όπως και στον πρώτο καταγεγραμμένο πόλεμο.

-         Τα κατασκοπευτικά κάτοπτρα δεν είδαν;

-         Και αυτό κανονισμένο, ήταν η Διπλή γιορτή του Ποσειδώνα και του Ατλάντιου Λύκαιου Απόλλωνα, είχαν καταφθάσει τουλάχιστον δυο χιλιάδες κόσμου, Αθηναίο, Ρόδιοι, Τελχίνες, Σπαρτιάτες, Μεγαρείς, Κορίνθιοι, βλέπεις Δάσκαλε μέχρι τότε ήμασταν οι μόνοι οι οποίοι τιμούσαμε τις εορτές Ονοματοδοσίας του Λύκαιου Ατλάντιου Απόλλωνα. Στους υπόλοιπους Δακτύλιους είχαν τα Ποσειδώνια αγωνίσματα και τα Ατλάντια Μυστήρια, εξάλλου πιστεύαμε πως είμαστε άτρωτοι μέχρι εκείνο το βράδυ.

-         Ηρέμησε λίγο, του είπε ο Όχος, άσε με να σου πω, ο ένατος δακτύλιος πάντα έχαιρε ένα είδος προστασίας από την οργή των Θεών και των ανθρώπων και όχι μόνο αυτό, η τελευταία Συμφωνία του Ολύμπου έλεγε πως δεν θα ξανακαταστραφεί τίποτα από την Νήσο σας, μου κάνει φοβερή εντύπωση πως επιτέθηκε με Συμμαχία η Αθηνά εναντίον σας.

-         Συνέχισε Δάσκαλε, τι θες να πεις; Ποια συμφωνία;

-         Θα σε πάω αρκετά χρόνια πίσω, στην τελευταία επίσκεψή σου εδώ, ήσουν πολύ νέος έφηβος σχεδόν αλλά είχες πάθος και ένταση στο βλέμμα, θυμάσαι;

-         Θυμάμαι, όμως τι σχέση έχουν όλα αυτά;

-         Ένα μικρό κοριτσάκι που μπλεκόταν στα πόδια των Ιερέων το θυμάσαι;

-         Λίγο ναι, το μόνο που με εντυπωσίασε είναι πως το όνομα αυτής της μικρής δεν έπρεπε να ακουστεί
Αυτή η μικρή, φίλε και μαθητή μου είναι ένα θαύμα και μια συμφωνία Θεών του Απόλλωνα, της Αθηνάς, του Διός και του Ποσειδώνα.  Η μητέρα της μικρής προερχόταν από την οικογένεια του τοποτηρητή Μίνωα στην Ακρναία Κρήτη, ήταν πολύ όμορφη γυναίκα ο Απόλλωνας ήταν λογικό να την ερωτευτεί, από το σμίξιμο αυτό γεννήθηκε η μικρή που θυμάσαι, μετά από λίγο καιρό η Μάνα της τρελάθηκε και την παράτησε, ο πατέρας της συνέχισε το ταξίδι του για την αναζήτηση και εκπλήρωση του Γρίφου που έλεγε « πρέπει να ανακαλυφθεί το τέκνο εκείνο που θα συνέχιζε αυτό που, δεν θα μπορούσε, να τελειώσει ο ίδιος».



-         Οι Γιοι του Απόλλωνα ήταν εβδομήντα δύο και σκορπισμένοι σε χώρες και πλανήτες.

Το συναίσθημα του Λάδικου ήταν ίδιο όπως την πρώτη φορά που μεταμορφώθηκε σε άνθρωπος από Λύκος, δεν πίστευε αυτά που άκουγε και στις εικόνες που του δημιουργούνταν.

-         Και τι απέγινε η μικρή;

-         Τα πράγματα δυσκόλεψαν για εμάς Λάδικε όταν μάθαμε πως η μικρή πρέπει να θυσιαστεί στο όνομα του τελευταίου πειράματος του Μίνωα, βιολόγος γενετιστής ξακουστός, μέγας μύστης των Ιερών Διδασκαλείων  του Ερμή,  του Ασκληπιού και πάνω από όλα; Πειραματιστής και Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή σας. Φοιτητής ακόμα έκανε το πρώτο του επιτυχημένο του πείραμα της Άρπυες.

-         Και τι σχέση έχει το κορίτσι;

-         Τόσο οι κόρες του Εμαρίωνα όσο και η μικρή έχουν ένα κοινό στο γενετικό τους κώδικα, που τους επιτρέπει να δαμάσουν και να χειραγωγήσουν τα στοιχεία της Φύσης.

-         Αυτό δεν απορρέει από το γεγονός ότι είναι κόρες Θεών;

-         Όχι γιατί μέχρι τότε ξέραμε ότι αυτό το στοιχείο  αυτό περνάει από τον Πατέρα Θεό στο Γιο και όχι στην Θυγατέρα.  

-         Δάσκαλε κάτι δεν καταλαβαίνω, ξέρω πως οι Άρπυες είναι κόρες του Θαύμαντα, ο Εμαρίωνας από πού και πως εμφανίζεται;

-         Καμιά κόρη δεν βγήκε από την ένωση του Θαύμαντα και της θαλάσσιας Νύμφης Ηλέκτρας είναι θυγατέρες του κρυφού γιου του Ασκληπιού, αυτές ήταν οι πρώτες που ενεπλάκησαν στο πείραμα σε ηλικία εννέα ετών με τα γνωστά αποτελέσματα που ξέρουμε όλοι.

-         Και η μικρή;

-         Είχε μαθευτεί πως ήταν εδώ και όπως ήταν φυσικό ήρθαν να την πάρουν αλλά όχι με ήρεμο τρόπο, έγινε σφφαγή για να την πάρουν....

-         Τα στρατεύματα από την Ακρναία Κρήτη και την Αθήνα έφτασαν γεμάτα μίσος για αυτό το κορίτσι. Οι μανάδες κλείστηκαν στα σπίτια με τα μικρά τους κορίτσια, οι πατεράδες πολέμησαν μέχρις εσχάτων για να τα σώσουν, οι Ιερείς μαζί και εμείς δημιουργήσαμε Νεφέλες για να τα νομίζουν αγόρια και να μην τα πειράξουν … ήταν η σειρά του Δασκάλου να λυγίσει… πήραμε όσα κορίτσια μπορούσαμε και κλειστήκαμε στην Πυραμίδα των Θεών ο Ιερέας Πάσιφος τα έκανε να μοιάζουν όλα ίδια και τότε εμφανίστηκε ο Απόλλωνας, έψαχνε, η δική του ματιά θα ξεχώριζε το παιδί του όμως η μικρή δεν ήταν πουθενά…
-         Και; Ψέλλισε ο Λάδικος.
-         Τρία μερόνυχτα κράτησε η επιδρομή όταν βγήκαμε από την Πυραμίδα το θέαμα ήταν αποκρουστικό…
-         Δείξε έλεος Δάσκαλε και πες μου η μικρή τι έγινε;
-         Θυμάσαι πόσο ετών ήσουν;
-         Δεκαπέντε…
-         Θυμάσαι τα δώρα που πήρες μαζί σου; Εκεί μέσα ήταν η μικρή.
-         Τι; Μα πως;                                      

συνεχίζεται...                                    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Την καλή σας την κουβέντα